Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Σπάνιες χρωστικές

Conichalcite :: Locality: Ojuela Mine, Mapimí,...Image via Wikipedia

Σπάνιες χρωστικές

Οι σπάνιες χρωστικές που έχουν εντοπιστεί στα μνημεία της Μακεδονίας είναι : lead white, κιννάβαρης, malachite, serpentine, conichalcite, ροζ και βιολέ organic lakes και φύλλα χρυσού.


Το lead white, ένα αδιαφανές, θαμπό λευκό, ένα από τα πρώτα τεχνητά κατασκευασμένα χρώματα, χρησιμοποιούνταν κυρίως στη ζωγραφική διακόσμηση μαρμάρου και λίθου, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στον τάφο της Ευρυδίκης στη Βεργίνα. Το χρώμα αυτό συναντάται σε μνημεία όπως στον τάφο του Αγίου Αθανασίου, αλλά όχι σε σχέση με την τεχνική του φρέσκο, καθώς η χρωστική αυτή, όπως λέει ο Πλίνιος προτιμούσε τη στεγνή επιφάνεια και όχι το νωπό σοβά. Το lead white χρησιμοποιούνταν καθαρό για να τονίσει κάποια σημεία σε σχέση και με την ύπαρξη σκούρου βάθους, αντικαθιστώντας το λευκό ανθρακικό ασβέστιο (calcium carbonate white). Γενικά πάντως εξαιτίας της αδιαπερατότητας και του μεγάλου βαθμού διάθλασής του, δεν ήταν κατάλληλο για τέτοιες επιφάνειες. Όταν η χρωστική αυτή αναμειγνύονταν με άλλες, τότε δημιουργούσε φωτεινές αποχρώσεις. Τέλος ως υπόστρωμα σε μία ροζέ οργανική ερυθρολακκίνη αύξανε την ένταση του χρώματος της διάφανης οργανικής χρωστικής, δημιουργώντας ένα ομοιογενές και όχι πορώδες στρώμα το οποίο δεν απορροφούσε την οργανική ερυθρολακκίνη (organic lake). Το leadwhite σε επαφή με το νερό μπορούσε να γίνει μαύρο. Αποχρωματισμός της εν λόγω χρωστικής έχει παρατηρηθεί σε επιτύμβιες στήλες από τη Βεργίνα.
Η καθαρή κιννάβαρις ήταν ένα mercury (υδραργυρικός) sulfide, το δεύτερο σε χρήση κόκκινο στη Μακεδονία, χρησιμοποιούνταν σχετικά σπάνια και έδινε ένα πορτοκαλοκόκκινο χρώμα (εικ.3). Το χρώμα αυτό δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για το εφέ του chiaroscuro/ φωτοσκίασης εκτός εάν αναμειγνύονταν με λευκό ή αν ανακατεύονταν με άλλες χρωστικές. Ο Πλίνιος χαρακτηρίζει την κιννάβαρι σαν ένα σκληρό χρώμα, γι' αυτό λέει πως οι ζωγράφοι προτιμούσαν την κόκκινη ώχρα ή την ώχρα της Σινώπης, αφήνοντας την κινννάβαρι για μονοχρωμίες ή ακόμη και για το γράψιμο επιγραφών σε τοίχους και στήλες, αν και όταν αναμειγνύονταν με ανθρακικό ασβέστιο ή με μολύβδινο λευκό (lead white) παρήγαγε ένα κατάλληλο χρώμα για την απόδοση της ανθρώπινης επιδερμίδας.
Σπάνια ήταν επίσης και η χρήση ενός άλλου λαμπρού χρώματος, του μαλαχίτη ενός ορυκτού που αποτελείται από ανθρακικό χαλκό και ο οποίος ταυτίζεται μάλλον με τη χρυσόκολλα των αρχαίων. Η χρυσόκολλα συγκαταλέγονταν ανάμεσα στα ανθηρά χρώματα, με ιδιαίτερη λαμπρότητα και υψηλό κόστος. Σύμφωνα με τον Πλίνιο (Nat. Hist. 33.89) η δεύτερη καλύτερη ποιότητα αυτής της χρωστικής παράγονταν στη Μακεδονία, αλλά παρ' όλα αυτά το εν λόγω χρώμα εντοπίζεται μόνο σε δύο ταφικά μνημεία της περιοχής, το θρόνο της Ευρυδίκης και τον τάφο ΙΙΙ από την Αίνεια. Πιο συχνά συναντάται ο μαλαχίτης αναμεμειγμένος με άλλα ορυκτά.
Ένα πράσινο χρώμα ήταν ο κονιχαλκίτης, ένα calcium copper arsenate, πιο σκούρο από το μαλαχίτη και με πιο χοντρό στον κόκκο του, το οποίο το συναντάμε αναμεμειγμένο με μαλαχίτη στον τάφο της Αίνειας ή και καθαρό στον τάφο ΙΙ της μεγάλης Τούμπας της Βεργίνας. Πρόκειται για ένα σπάνιο ορυκτό το οποίο δεν αναφέρεται στις πηγές και συναντάται μόνο στο μνημείο της Βεργίνας αυτό ως καθαρή χρωστική, καθώς και σε μία Κόρη του 5ουαιώνα από την Ακρόπολη αλλά αναμεμειγμένο με μαλαχίτη και αιγυπτιακό μπλε. Το σπάνιο αυτό χρώμα διαθέτει ιδιαίτερη λάμψη και ένταση όταν χρησιμοποιείται καθαρό. Η σφαιρική μορφολογία των χοντρών μορίων του αποδεικνύουν ότι ο κονιχαλκίτης χρησιμοποιούνταν χωρίς σύνθλιψη, με σκοπό τη διατήρηση της έντασης του χρώματός του.
Οι ροζέ και βιολετί χρωστικές που προέρχονται κυρίως από mader lake ερυθρολακκίνη, ένα φυσικό οργανικό χρώμα από τη ρίζα του φυτού Rubbia tincotrum, χρησιμοποιούνταν για ένα πλήθος τόνων, από άτονο ροζ μέχρι βιολετί και μοβ, καθαρό στους πιο φωτεινούς τόνους και αναμεμειγμένο με αιγυπτιακό κυανό στους πιο σκοτεινούς. Το πιο πιθανό για τις οργανικές ερυθρολακκίνες είναι ότι αναμειγνύονταν με το Αιγυπτιακό κυανό σε στεγνή μορφή σκόνης και όχι στην παλέτα του ζωγράφου. Μάλιστα όλες οι οργανικές ερυθρολακκίνες διατηρούσαν τη λαμπρότητά τους και ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς στην ελληνιστική περίοδο.
Οι σπάνιες και λαμπρές χρωστικές ουσίες στην αρχαιότητα εμπλουτίζονταν με τη χρήση διαφόρων μεταλλικών χρωστικών, όπως το υψηλής ποιότητας καθαρό φύλλο χρυσού. Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα χρήσης αυτής της πολύτιμης χρωστικής αποτελεί ο θρόνος από το τάφο της Ευρυδίκης στη Βεργίνα. Ο Πλίνιος (Nat. Hist. 33, 62) αναφέρεται στη χρήση των φύλλων χρυσού ενώ μάλιστα παραθέτει μία αναλυτική συνταγή για την προετοιμασία ενός υποστρώματος γι' αυτό, μέσω της ανάμειξης σινώπης από τον Πόντο, φωτεινής κίτρινης ώχρας και ελληνικής γης από τη Μήλο.


Enhanced by Zemanta
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...