Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Γιάννης Μόραλης.


Μια γυμνή γυναικεία φιγούρα, ξαπλωμένη νωχελικά σαν οδαλίσκη, ένα ζευγάρι -μια κυρία με γούνα κι ένας άντρας με καπέλο- σε ένα καφενείο, ένα σχέδιο από τη Βίλα Μποργκέζε στη Ρώμη, ένα μετακυβιστικό τραπέζι, ένας στρατιώτης που γράφει γράμμα, η εικονογράφηση των ποιημάτων του Γιώργου Σεφέρη...
Σπάνια έργα του Γιάννη Μόραλη από την προσωπική συλλογή του, μαζί με άλλα οικεία και αναγνωρίσιμα, που αναδεικνύουν την πολύχρονη διαδρομή του, θα εκτεθούν στην Εθνική Πινακοθήκη. Ανάμεσά τους και μια διακοσμητική παράσταση για το Μον Παρνές, που χαρακτηρίζει τη μετάβασή του από το πιο παραστατικό στο πιο αφαιρετικό ιδίωμα.
Η έκθεση «Ο Γιάννης Μόραλης της Εθνικής Πινακοθήκης», που θα εγκαινιαστεί τέλος Μαρτίου, περιλαμβάνει τη δωρεά του προς το μουσείο το 1988, τη χρονιά δηλαδή που οργανώθηκε εκεί η μεγάλη αναδρομική έκθεσή του. Πρόκειται για περισσότερα από 120 έργα -περίπου 40 λάδια, πολλά σχέδια, ακουαρέλες και χαρακτικά- του εμβληματικού καλλιτέχνη, ο οποίος προσδιόρισε όσο λίγοι με το έργο του και τη διδασκαλία του στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών την ταυτότητα της νεότερης ελληνικής τέχνης.
«Επειδή είναι νωπός ο θάνατός του θέλαμε να τον τιμήσουμε εκθέτοντας όλη τη δωρεά του», υπογραμμίζει η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα. «Τα έργα καλύπτουν όλες τις περιόδους της δημιουργίας του και με αυτά ήθελε να μείνει στην ιστορία. Είναι η δική του επιλογή».
Τα έργα της δωρεάς αντιπροσωπεύουν έξι δεκαετίες, από το 1930 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980. «Ο Μόραλης προτείνει τον Μόραλη που το κοινό θα ήθελε να γνωρίσει και να θυμάται», αναφέρει η επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης Αννυ Μάλαμα στο ημερολόγιο του μουσείου, που φέτος είναι αφιερωμένο στον κορυφαίο ζωγράφο. «Συστήνει ακριβώς τον ζωγράφο που ο ίδιος αναγνωρίζει στο έργο του, τον ζωγράφο που επιθυμεί να καταγράψει η ιστορία της νεότερης ελληνικής τέχνης. Εναν αυστηρά παραστατικό ζωγράφο, παρά το γεγονός ότι στο τέλος της δεκαετίας του '80 έχει πια υιοθετήσει πλήρως έναν αφαιρετικότερο τρόπο γραφής».
Λάτρης του μέτρου, ο Μόραλης συνδύασε τα μαθήματα του μοντερνισμού και τα ερεθίσματα των νεωτεριστικών τάσεων με μια σύγχρονη ανάγνωση της παράδοσης. «Ενας κλασικός του 20ού αιώνα». Ετσι τον χαρακτηρίζει η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, καθώς αφηγείται την πορεία του από το 1931, όταν άρχισε να σπουδάζει στην Καλών Τεχνών σε ηλικία μόλις 15 ετών: «Δύο από τους δασκάλους του, οι πιο μοντέρνοι, οι πιο αξιόπιστοι, ο Παρθένης και ο Κεφαλληνός, καλλιεργούν, ο καθένας με τον τρόπο του, ένα κλασικό ιδανικό. Ο πρεσβύτερος είναι λιγομίλητος, μακρινός, μυστηριώδης. Ο νεότερος, κοσμοπολίτης, διανοούμενος, προοδευτικός, φλέγεται να μεταδώσει στους μαθητές του γνώσεις και πληροφορίες, να τους βαφτίσει στον αέρα του Παρισιού. Στον Κεφαλληνό χρωστάει ο Μόραλης δυο απ' τις πρώιμες "αγάπες" του: τον Αντρέ Ντερέν, του Μεσοπολέμου, τον μετακυβιστικό, τον κλασικό και τον έλληνα ομόλογό του, τον Γαλάνη».
Ο νεαρός ζωγράφος φτάνει στο Παρίσι-μέσω Ρώμης το 1937, μια σημαδιακή χρονιά. «Προλαβαίνει να δει τη διεθνή έκθεση. Η "Γκερνίκα", νωπή ακόμη, τον κεραυνοβολεί, στο μοντέρνο περίπτερο της Δημοκρατικής Ισπανίας. "Δεινόν πέλωρον", το έργο-κραυγή του Πικάσο, καταγγέλλει τη βαρβαρόττηα του αιώνα. Αυτήν ακριβώς που προσπαθούν να συγκαλύψουν με τις πομπώδεις κλασικιστικές μάσκες τους τα περίπτερα των ολοκληρωτισμών. Μια άλλη έκθεση αποκαλύπτει στους Γάλλους και στον έκθαμβο Μόραλη, τον πιο "μοντέρνο" ζωγράφο που μας κληροδότηταν οι αιώνες: τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο. "Στους δασκάλους μου πρόσθεσα τον Γκρέκο, τον Πικάσο, τον Μπρακ, τον Ματίς", ομολογεί ο καλλιτέχνης».
Ο Γιάννης Μόραλης καλλιεργεί μια τέχνη ανθρωποκεντρική, όπως φανερώνουν τα πρώιμα έργα του αλλά και οι προσωπογραφίες της Κατοχής και του Εμφυλίου που θα εκτεθούν. «Πόζες ήρεμες, συγκεντρωμένες, μνημειακές. Φιλαλήθεια, απλότητα, οικειότητα και απόσταση μαζί, επαληθεύουν το κλασικό αίσθημα του ζωγράφου. Μετωπικές ή ελαφρά γυρισμένες στα 3/4, για να μη σκάβουν το χώρο, οι μορφές του μας κοιτάζουν μ' ένα βλέμμα υπνωτιστικά εναργές και μαζί απόμακρο. Το βάθος είναι ουδέτερο ή περιορισμένο από αυλαίες και επίπεδα. "Τη ζωγραφική την αντιλαμβάνομαι σαν ανάγλυφο", εξηγεί ο ζωγράφος».
Λίγο αργότερα, γύρω στο '50, ο καλλιτέχνης «θα τραγουδήσει το ερωτικό μέστωμα του κοριτσιού», όπως αναφέρει η Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα στο ημερολόγιο της Εθνικής Πινακοθήκης: «Το κορίτσι είναι εκεί! Ζωγραφικά και σωματική παρουσία, μια οπτασία που μιλάει στα μάτια και στην αφή. Κόρες που κάθονται αντικριστά ή που αναπαύονται, σχεδιάζοντας αρχαίες στάσεις πλάι σε παραστάδες, μπροστά σε πόρτες. Τα σώματά τους, τα μέλη τους, αρθρώνουν μια αρχιτεκτονική γνώριμη. Πού την είδε ο ζωγράφος; Μα φυσικά στις ναόμορφες στήλες του Κεραμεικού ή του Εθνικού Μουσείου, όπου πετιόταν ακόμη και στο διάλειμμα από τη Σχολή, μαζί με τον φίλο του τον Νικολάου, έναν άλλο "κλασικό"».
Η χρωματική του γκάμα με τα γκρίζα, τα κόκκινα, τα μαύρα αποκρυσταλλώνεται και εκφράζεται τη δεκαετία του '60 με τα «Επιτύμβια» και τα «Επιθαλάμια», που αναμοχλεύουν το δίπολο του έρωτα και του θανάτου. «Οσο γινόταν πιο αφηρημένος, τόσο γινόταν πιο αισθησιακός», τονίζει η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης. Μέχρι που τα νεανικά σώματα αρχίζουν και παίρνουν γεωμετρικά σχήματα και οι καμπύλες τους συμπυκνώνουν «το ιδεόγραμμα του έρωτα».
Λακωνικός και ευθύβολος ο Μόραλης είχε πάντα τον δικό του τρόπο να εξηγεί τα πράγματα, κόντρα σε τυποποιήσεις και θεωρίες. Οταν τον χαρακτήριζαν επίγονο της περίφημης Γενιάς του '30 και τον ρωτούσαν για την «ελληνικότητα», δυσφορούσε: «Δεν τους καταλαβαίνω αυτούς που μιλούν για την "ελληνικότητα" που υπάρχει στα έργα του Μόραλη. Λες και ζωγράφιζα κατόπιν αποφάσεως», έλεγε στη βιογράφο του, επιμελήτρια του Μουσείου Μπενάκη Φανή-Μαρία Τσιγκάκου. «Αυτά είναι βιώματα... Αφού είμαι Ελληνας, γεννήθηκα και μεγάλωσα εδώ, μου αρέσει η ελληνική φύση, αυτομάτως ζωγραφίζω έτσι. Οχι κατόπιν αποφάσεως, όλα αυτά συναιρούνται μέσα μου. Ζωγράφιζα όπως ζωγράφιζα, διότι αυτό ήταν το φυσικό».
Ακόμα και με τον φίλο του τον ζωγράφο Νίκο Νικολάου τσακώνονταν για το θέμα της ελληνικότητας: «Και βέβαια αγαπώ την ελληνική τέχνη, αλλά δεν μπορώ να γίνω Γενικός Αντιπρόσωπος της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης», του έλεγε. «Αφού υπάρχει μέσα μου. Αλλωστε, και η αρχαία ελληνική τέχνη έπαιρνε από παντού ό,τι την ενδιέφερε και το αφομοίωνε. Αυτό είναι το φυσικό. Αυτό είναι ελληνική τέχνη, το άλλο είναι φιλελληνική».
Ούτε καλλιεργούσε κάποια θεωρία: «Καμιά θεωρία. Αμα πας σ' έναν μαραγκό και τον ρωτήσεις πώς γίνεται κάτι, θα σου πει αμέσως. Ετσι, δίχως εξήγηση. Με το ένστικτο. Καλλιτέχνης είναι αυτός που δουλεύει με την καρδιά, με το μυαλό και με το χέρι. Τεχνίτης είναι αυτός που δουλεύει με το μυαλό και το χέρι. Εργάτης είναι αυτός που δουλεύει με το χέρι. Εγώ δεν ξεκινώ από τη θεωρία. Μπορώ εκ των υστέρων να βγάλω εγώ ο ίδιος μια θεωρία, αλλά δεν το θεωρώ χρήσιμο. Ούτε θέλω να ενταχτώ σε ομάδα. Εγώ ήθελα πάντοτε να είμαι ελεύθερος».
Την έκθεση θα πλαισιώσουν άρθρα από τον ημερήσιο και περιοδικό τύπο που σκιαγραφούν την υποδοχή του από την κριτική και το κοινό. Οπως καταλήγει η Μ. Λαμπράκη-Πλάκα: «Ο Μόραλης ευτύχησε να έχει καλή υποδοχή από την αρχή, ενώ πολύ νέος έγινε καθηγητής στην Καλών Τεχνών και διαμόρφωσε γενιές καλλιτεχνών, με σεβασμό πάντα στην προσωπικότητά τους, προσπαθώντας να μη βγάλει "Μοραλάκια"».
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...