Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

Ξύλινες επιφάνειες και συστήματα προστασίας

Ξύλινες επιφάνειες
Συστήματα προστασίας
Ένα ξύλινο σπίτι κοντά στη θάλασσα είναι ένα όνειρο για πολλούς. Κι όπως κάθε όνειρο, είναι αρκετά δύσκολο να πραγματοποιηθεί αφού είναι γνωστό το πόσο ευαίσθητες είναι οι ξύλινες επιφάνειες όταν έρχονται σε επαφή με το νερό και την υγρασία. Έτσι πριν ακόμη αρχίσουμε να ελπίζουμε, καλό είναι να ενημερωθούμε για όλα τα μέτρα που πρέπει να πάρουμε προκειμένου να προφυλάξουμε το σπίτι μας από τις βλαβερές επιπτώσεις της υγρασίας.
Το να επιλέξουμε τη λύση του ξύλου για το εξοχικό μας σπίτι, είναι μια απόφαση που σίγουρα συνδυάζει την υψηλή αισθητική. Μια παραδοσιακή δίρριχτη στέγη με εμφανή δοκάρια, μια πέργκολα στη βεράντα , ένα ξύλινο δάπεδο και γενικότερα μια εξοχική κατοικία με κάθετες και οριζόντιες επιφάνειες από ξύλο, είναι ένα όνειρο που πολλοί θα ήθελαν να πραγματοποιήσουν. Τι γίνεται όμως όταν αυτό το σπίτι βρίσκεται κοντά στη θάλασσα? Πώς μπορεί ένα ξύλινο δάπεδο να τοποθετείται δίπλα σε μια πισίνα , ένας ξύλινος πάγκος να είναι εκτεθειμένος στην αρμύρα ή ένας ξύλινος τοίχος να έρχεται αντιμέτωπος με τη βροχή ή με το δυνατό ήλιο, χωρίς να εμφανίζονται μετά από λίγο καιρό τα πρώτα σημάδια φθοράς. Σε αυτά τα εύλογα ερωτήματα αντιπαραθέτομαι σαν απάντηση τα μέτρα προστασίας που εξασφαλίζουν το αποτέλεσμα το οποίο δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί χωρίς τη σχολαστική εφαρμογή τους.
Το ξύλο και ο κύκλος διόγκωσης-συρρίκνωσης.
Τα ξύλινα παράθυρα και οι πόρτες ανήκουν στα δομικά στοιχεία σταθερών διαστάσεων. Τους επιτρέπεται δηλαδή να αντιδρούν στις διακυμάνσεις εξωτερικών παραγόντων (υγρασία, θερμοκρασία ) με τη μικρότερη δυνατή αλλαγή διαστάσεων. Το ξύλο σε αντίθεση με το μέταλλο, δεν συστοδιαστέλεται τόσο θερμικά αλλά υγρασιακά.επεξεργασία λοιπόν της επιφάνειας του με υλικά ρυθμιστές (βαλβίδες) της υγρασίας του πυρήνα του, του επιτρέπει να διατηρεί σε χαμηλό βαθμό τον αναπόφευκτο κύκλο διόγκωσης-συρρίκνωσης. Μια αλλαγή της εμπεριεχόμενης υγρασίας του ξύλου κατά 1% έχει σαν αποτέλεσμα μια εφαπτόμενη μεταβολή της διάστασης κατά 0,2%. Ως εκ τούτου ένα στοιχείο ξύλου διαμέτρου 10cm αντιδρά σε μια αλλαγή μήκους 2mm.. Αν μάλιστα τοποθετηθούν και επεξεργασμένα ακόμα ξύλα σε νέα υγρή οικοδομή, η εμπεριεχόμενη υγρασία τους ανέρχεται βάσει του ανωτέρω διαγράμματος. Μια βασική γνώση που πρέπει να έχει κανείς:ΟΙ άθικτες βαφές και τα βερνίκια ρυθμίζουν το υγρασιακό περιβάλλον του βαμμένου ξύλου στην τιμή του 15% περίπου. Κάθε βαμμένο ή βερνικωμένο ξύλο θα οδηγηθεί λοιπόν σταδιακά σε περιεχόμενη υγρασία 15% .Συμπέρασμα: Κάθε εργασία βαφής (αλλά και κατασκευής) ξύλου πρέπει να διενεργείται κοντά στον υγρασιακό βαθμό του 15% που θα είναι και ο μελλοντικός. Σε αντίθετη περίπτωση η πορεία του βαμμένου ξύλου προς το 15% θα σημαίνει είτε διόγκωση είτε συρρίκνωση και της βαφής και όλης της ξύλινης κατασκευής. Οι ζημιές και οι ανεξήγητες αποκολλήσεις έχουν ήδη δρομολογηθεί. Ύπάρχουν στην αγορά φορητοί μετρητές υγρασίας ώστε να γνωρίζει κανείς αν τη στιγμή της βαφής η περιεχόμενη υγρασία του ξύλου, βρίσκεται άνωθεν ή κάτωθεν του 15% .Στην περίπτωση αυτή πρέπει να περιμένει κανείς η να ρυθμίσει την υγρασία με αερισμό ή θέρμανση κοντά στην τιμή αυτή.
Το ξύλινο παράθυρο κινδυνεύει από την εσωτερική πλευρά.
Στους χειμερινούς μήνες την περίοδο της θέρμανσης-όσο παράδοξο και αν ακούγεται- η υγρασία που είναι δεσμευμένη στον αέρα του εσωτερικού χώρου είναι περισσότερη και ως εκ τούτου εξασκεί υψηλότερη μερική πίεση από την εξωτερική υγρασία. Αυτό οδηγεί, ιδίως στις ψυχρές μέρες, σε μια ισχυρή διαπίδυση υδρατμών από τον εσωτερικό χώρο-μέσω της μάζας του ξύλου-προς τα έξω. Για να μην καταπονηθεί λοιπόν υγρασιακά η εξωτερική βαφή από αρνητική πίεση εξερχομένων υδρατμών οφείλει να έχει χαμηλό συντελεστή αντίστασης διαπίδυσης. Να δρα δηλαδή ρυθμιστικά ως προς την υγρασία , ενώ αντίθετα η βαφή της εσωτερικής πλευράς οφείλει να παρουσιάζει υψηλότερη αντίσταση διαπίδυσης από την εξωτερική. Αυτό επιτυγχάνεται απλά με ένα επιπλέον χέρι βαφής εσωτερικά. Στη χώρα μας εμπειρικά γίνεται το αντίθετο με τα γνωστά αποτελέσματα.
Οι ετήσιοι δακτύλιοι και οι ξυλουργικές κακοτεχνίες.
Αν το ξύλο έχει κοπεί εφαπτομενικά ή έχει υψηλό εύρος ετησίων δακτυλίων τείνει, ιδίως στο ακραίο καταπονούμενο κάτω πλαίσιο του παραθύρου , σε υψηλή διόγκωση -συρρίκνωση. Αυτές οι μετακινήσεις θέτουν υψηλές απαιτήσεις στην ελαστικότητα της βαφής και συχνά την υπερβαίνουν αν συνδυασθούν με υψηλό εύρος ετήσιων δακτυλίων. Οι συνδέσεις ξύλων μπορούν να δεχθούν βαφή όταν τα ενωμένα ξύλα έχουν στο σημείο σύνδεσης ίδιο εύρος ετησίων δακτυλίων. Η ένωση ξύλων με ευρείς αποκολλήσεις της βαφής λόγω της διαφοράς του συντελεστή διαστολής τους. Η βαφή αποκτά ρωγμές στην περιοχή του ξύλου με τους ευρείς δακτυλίους.
Εφαρμογή βαφής η βερνικιού σε ξύλα
Γενικές προεργασίες
Ανεξάρτητα από το αν θα βαφούν τα ξύλα ή αν θα περαστούν με βερνίκι, η επιτυχία της κατασκευής ή της ανακαίνισης εξαρτάται από τη σωστή αναγνώριση της κατάστασης του ξύλου και από τις σχολαστικές προεργασίες . Ξεκινάμε πάντα από τον έλεγχο του υπόβαθρου. Για ποιο είδος παλαιάς βαφής πρόκειται. Ποία είναι η πρόσφυσή της στο υπόβαθρο. Ποια είναι η εμπεριεχόμενη υγρασία του ξύλου. Αυτό τα ερωτήματα πρέπει να απαντηθούν με αυτή τη σειρά.
1:Έλεγχος είδους παλαιάς βαφής.
Τεστ νίτρου:
Η αναγνώριση της παλαιάς βαφής επιτυγχάνεται με το τεστ νίτρου. Επαλείφουμε διάλυμα νίτρου στην επιφάνεια .Αν προκύψει μικρή διάλυση της βαφής πρόκειται για βαφή αλκυδική(διαλύτου).Αν η διάλυση είναι έντονη πρόκειται για ριπολίνη βάσεως νερού. Στην πρώτη περίπτωση η ανακαίνιση γίνεται με οποιοδήποτε υλικό. Στη δεύτερη μόνο με υλικό της ίδιας οικογένειας (νερού). Και στις δύο περιπτώσεις προηγείται ελαφρύ γυαλοχαρτάρισμα αφού προηγουμένως διενεργηθούν οι επόμενοι δύο έλεγχοι.
2:Έλεγχος πρόσφυσης
Τεστ πλέγματος
Τεστ ταινίας
Τεστ πλέγματος: Χαράζουμε το παλαιό χρώμα με κοφτερό μαχαίρι ή ξυράφι, σε αποστάσεις 2mm,οριζόντια και κάθετα ώστε να δημιουργηθούν τετραγωνίδια. Κατά τη χάραξη δεν επιτρέπεται να αποκολληθούν περισσότερα του 20% των τετραγωνιδίων.
Τεστ ταινίας: Πιέζουμε αυτοκόλλητη ταινία κάθετα σε μια τομή χάραξης και την αποκολλάμε τραβώντας την προς τα πίσω. Αν η παλαιά βαφή δεν παραμείνει στη θέση της ,πρέπει να απομακρυνθεί πλήρως. Στα βερνίκια ο έλεγχος δεν σταματά εδώ: Ακολουθεί η τοποθέτηση ενός βρεγμένου πανιού για να ελεγχθεί αν το βερνίκι ή το ξύλο έχουν αλλοιωθεί κλιματολογικά. Αν μετά από λίγη ώρα προκύψει στο σημείο αυτό ένας υγρός σκούρος λεκές, οφείλουμε να απομακρύνουμε πλήρως το βερνίκι και να τρίψουμε το ξύλο μέχρι να εμφανισθεί σταθερή υγιής επιφάνεια.
3:Έλεγχος εμπεριεχόμενης υγρασίας του ξύλου
Αποτελεί ένα κρίσιμο σημείο. Πριν από τη βαφή ή το βερνίκι, πρέπει να βρίσκεται περίπου στο 15% ( στα κωνοφόρα 17%, στα φυλλοβόλα 15% και στα τροπικά 12% ) .Η τιμή της υγρασίας προσδιορίζεται με ειδικούς μετρητές.
Προεργασία για βερνίκι
1:Απομάκρυνση παλαιών ασταθών βερνικιών
Παλαιά όχι πλέον σταθερά βερνίκια πρέπει να απομακρύνονται ριζικά με ειδικό εργαλείο. Το χρησιμοποιούμε πάντα παράλληλα με τις ίνες του ξύλου .
2:Τρίψιμο
Ακολουθεί σχολαστικό τρίψιμο όλης της επιφάνειας με ειδικό εργαλείο.
Τελικά χέρια
Σε ένα με βερνίκι επεξεργασμένο ξύλο δίνεται η ευκαιρία να αποδώσει προς τα έξω την πραγματική υφή που περιμένει κανείς από το υλικό αυτό. Η μεγάλη ποικιλία βερνικιών που υπάρχει στην αγορά , ξεκινά από δεκάδες αποχρώσεις στους φυσικούς τόνους του ξύλου και φθάνει σε δυναμικές μοντέρνες αποχρώσεις. Ποτέ βέβαια δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι οι κλιματολογικοί παράγοντες μπορεί να απαιτήσουν μια συγκεκριμένη δομή στρώσεων και να θέσουν όρια στις χρωματικές επιλογές. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνώ κανείς ότι πόρτες και παράθυρα, επεξεργασμένα με βερνίκια απαιτούν-σε σύγκριση με τα βαμμένα-λόγω της ευκολότερης διαπερατότητας των υπεριωδών, βραχύτερα χρονικά διαστήματα συντήρησης.
1:Εμποτισμός
Μετά από τις προεργασίες βερνικιού ακολουθεί, μια προ επάλειψη με υλικό βάσεως διαλυτών νέας τεχνολογίες δηλαδή χωρίς αρωματικούς υδρογονάνθρακες. Το υλικό αυτό επιτυγχάνει υψηλή διείσδυση, ρυθμίζει την υγρασία, τη διαπνοή και προστατεύει από τους μπλε μύκητες (κυάνωση).
2:Προ επάλειψη
Μετά από τον εμποτισμό ακολουθεί το πρώτο χέρι βερνικιού, η προ επάλειψη , με το ίδιο το υδατοδιαλυτό βερνίκι σκέτο. Αν προϋπάρχουν παλαιά σταθερά βερνίκια, τα γυαλοχαρτίζουμε και δεν προ επαλείφουμε παρά μόνον τα σημεία που τα βερνίκια αυτά έχουν τυχόν αποκολληθεί.
3:Ενδιάμεσο και τελικό χέρι
Μετά από την προ επάλειψη ακολουθεί το πρώτο και το τελικό χέρι βερνικιού με το υδατοδιαλυτό πάλι βερνίκι σκέτο.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...